Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mingle
01
αναμιγνύομαι, συγχέομαι
to mix with other things
Intransitive
Παραδείγματα
The ingredients in a compost pile mingle over time, breaking down into nutrient-rich soil.
Τα συστατικά σε ένα σωρό κομποστοποίησης αναμειγνύονται με το πέρασμα του χρόνου, αποσυντίθενται σε εδαφος πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά.
02
αναμιγνύομαι, κοινωνικοποιούμαι
to socialize and interact with others at a social event or gathering
Intransitive: to mingle | to mingle with sb
Παραδείγματα
Despite being shy, she made an effort to mingle with her coworkers at the company picnic.
Παρά τη ντροπαλότητά της, έκανε μια προσπάθεια να αναμειχθεί με τους συναδέλφους της στην εταιρική πικνίκ.
03
αναμιγνύομαι, συγχέομαι
to become mixed or blended together
Intransitive: to mingle | to mingle with sth
Παραδείγματα
At the party, the laughter and chatter of guests mingled with the music playing in the background.
Στο πάρτι, το γέλιο και οι συζητήσεις των καλεσμένων αναμίχθηκαν με τη μουσική που έπαιζε στο παρασκήνιο.
04
αναμιγνύω, συνδυάζω
to combine different elements actively
Transitive: to mingle different elements
Παραδείγματα
The architect plans to mingle traditional and modern architectural styles in the new building design.
Ο αρχιτέκτονας σχεδιάζει να συνδυάσει παραδοσιακά και μοντέρνα αρχιτεκτονικά στυλ στο σχέδιο του νέου κτιρίου.
Λεξικό Δέντρο
immingle
mingle



























