Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mindset
01
νόοτροπο, στάση ζωής
a set of attitudes, beliefs, or a mental disposition that influences how a person interprets and responds to situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mindsets
Παραδείγματα
Her growth mindset allows her to view failures as opportunities for learning and improvement.
Η νοοτροπία ανάπτυξης της της επιτρέπει να βλέπει τις αποτυχίες ως ευκαιρίες για μάθηση και βελτίωση.
Λεξικό Δέντρο
mindset
mind
set



























