mined
mined
maɪnd
maind
mindedmiredmixedminced

Ορισμός και σημασία του "mined"στα αγγλικά

01

εξορυγμένο, μεταλλευμένο

extracted from a source of supply as of minerals from the earth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, extraction, industry

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unmined
mined
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store