mined
Pronunciation
/ˈmaɪnd/

Ορισμός και σημασία του "mined"στα αγγλικά

01

εξορυγμένο, μεταλλευμένο

extracted from a source of supply as of minerals from the earth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store