millwright
millw
ˈmɪl
mil
right
raɪt
rait

Ορισμός και σημασία του "millwright"στα αγγλικά

01

μυλοκόπος, μηχανικός μηχανημάτων μύλων

a person who is skilled at building and maintaining mills or mill machinaries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
millwrights
Παραδείγματα
A millwright is a skilled tradesperson who specializes in the installation, maintenance, and repair of industrial machinery and equipment. 

Ένας μυλουργός είναι ένας επαγγελματίας με ειδίκευση στην εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή βιομηχανικών μηχανημάτων και εξοπλισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store