Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asyndeton
01
ασύνδετο, ασύνδετον
a literary device where conjunctions are omitted between clauses or phrases in a sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asyndeta



























