Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Military officer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
military officers
αρσενικό ενικό
military officer
θηλυκό ενικό
military officer
neutral form
service member
LanGeek



























