Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Milestone
01
ορόσημο, σημαντικό γεγονός
a marker or sign along a road that indicates a specific point or achievement, such as a significant distance traveled or a historical event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
milestones
Παραδείγματα
The milestone marked the halfway point of their cross-country journey.
Ο ορόσημος σημείωσε το μέσο του διαδρομικού ταξιδιού τους.
02
ορόσημο, σταθμός
an event or stage that has a very important impact on the progress of something
Παραδείγματα
Graduating from college was a major milestone in her life.
Η αποφοίτηση από το κολέγιο ήταν ένα σημαντικό ορόσημο στη ζωή της.
Λεξικό Δέντρο
milestone
mile
stone



























