Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Migratory grasshopper
01
μεταναστευτική ακρίδα, ακρίδα που μεταναστεύει
a large insect that is known for its ability to form swarms and migrate over long distances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
migratory grasshoppers



























