Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Middling
01
μεσαίος, ενδιάμεση ποιότητα
any commodity of intermediate quality or size (especially when coarse particles of ground wheat are mixed with bran)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
middlings
middling
01
μέτριος, μετριότατος
lacking exceptional quality or ability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most middling
συγκριτικός βαθμός
more middling
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
middling
middle



























