microsurgery
mic
ˈmaɪk
maik
ro
rəʊ
rew
sur
ˌsɜ:
ge
ʤə
ry
ri
ri
radiosurgerychemosurgeryelectrosurgery

Ορισμός και σημασία του "microsurgery"στα αγγλικά

01

μικροχειρουργική, μικροσκοπική χειρουργική

a precise surgical technique that uses a microscope for intricate procedures on small structures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
microsurgeries
Παραδείγματα
Microsurgery helped Lisa regain feeling in her fingers after a nerve injury. 

Η μικροχειρουργική βοήθησε τη Λίζα να ανακτήσει την αίσθηση στα δάχτυλά της μετά από κάκωση νεύρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

microsurgery
surgery
surge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store