microscopical
mic
ˌmaɪk
maik
ros
ˈrəs
rēs
co
ko
pi
pi
cal
kəl
kēl
macroscopical

Ορισμός και σημασία του "microscopical"στα αγγλικά

microscopical
01

μικροσκοπικός, ορατός κάτω από μικροσκόπιο

visible under a microscope; using a microscope 
microscopical definition and meaning
02

μικροσκοπικός, με χρήση μικροσκοπίου

involving the use of a microscope 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The microscopical view showed tiny details of the specimen. 

Η μικροσκοπική όψη έδειξε μικρές λεπτομέρειες του δείγματος.

03

μικροσκοπικός, αόρατος με γυμνό μάτι

so small as to be invisible without a microscope 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store