Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Microchip
01
μικροτσίπ, τσιπ
a small piece of material that is a semiconductor, used to make an integrated circuit
Παραδείγματα
The computer’s performance improved after upgrading its microchip.
Η απόδοση του υπολογιστή βελτιώθηκε μετά την αναβάθμιση του μικροτσίπ του.
02
πρώτος αριθμός, πρώτος ακέραιος
of or relating to or being an integer that cannot be factored into other integers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
microchips
Λεξικό Δέντρο
microchip
chip



























