Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metrology
01
μετρολογία, επιστήμη της μέτρησης
the scientific study of measurement, including the development of measurement standards and techniques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Metrology ensures the accuracy of weights and measures in grocery stores.
Μετρολογία διασφαλίζει την ακρίβεια των βαρών και των μέτρων στα παντοπωλεία.



























