astray
ast
ˈəst
αστ
ray
reɪ
ρει
/ɐstɹˈe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "astray"στα αγγλικά

01

παραπλανημένος, έξω από το σωστό μονοπάτι

away from the correct path, direction, or course
astray definition and meaning
Παραδείγματα
Without a clear plan, the project went astray and failed to meet its goals.
Χωρίς ένα σαφές σχέδιο, το έργο ξεφεύγει και δεν κατάφερε να επιτύχει τους στόχους του.
02

παραπλανημένος, ξεστρατισμένος

into a state of error, confusion, or morally questionable behavior
Παραδείγματα
She knew her actions were leading her astray but felt unable to stop.
Ήξερε ότι οι πράξεις της την οδηγούσαν σε λάθος δρόμο αλλά αισθανόταν ανίκανη να σταματήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store