astray
ast
ˈəst
ēst
ray
reɪ
rei
ashtray

Ορισμός και σημασία του "astray"στα αγγλικά

01

παραπλανημένος, έξω από το σωστό μονοπάτι

away from the correct path, direction, or course 
astray definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The hikers wandered astray when they took the wrong trail. 

Οι πεζοπόροι αποπλανήθηκαν όταν πήραν το λάθος μονοπάτι.

02

παραπλανημένος, ξεστρατισμένος

into a state of error, confusion, or morally questionable behavior 
Παραδείγματα
He was led astray by false promises of wealth. 

Έγινε πλανημένος από ψεύτικες υποσχέσεις πλούτου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store