meteorite
me
ˈmi:
mi
teo
ˌtɪɔ:
tiaw
rite
raɪt
rait

Ορισμός και σημασία του "meteorite"στα αγγλικά

01

μετεωρίτης, αερολίθος

a piece of rock or metal from space that has hit the surface of the earth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
meteorites
Παραδείγματα
Scientists analyzed the composition of the meteorite that fell in the desert last month. 

Οι επιστήμονες ανέλυσαν τη σύνθεση του μετεωρίτη που έπεσε στην έρημο τον περασμένο μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

meteoritic
micrometeorite
meteorite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store