metalhead
me
ˈmɛ
me
tal
təl
tēl
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "metalhead"στα αγγλικά

01

μεταλοκέφαλος, λάτρης της heavy metal μουσικής

a person who is passionate about heavy metal music 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
metalheads
Παραδείγματα
The metalhead sported a denim jacket adorned with patches of iconic metal bands, showcasing his love for the genre. 

Ο metalhead φορούσε μια τζιν ζακέτα διακοσμημένη με μπάντες από εμβληματικές metal μπάντες, δείχνοντας την αγάπη του για το είδος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store