Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
messy
01
ακατάστατος, ανοργάνωτος
lacking orderliness or cleanliness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
messiest
συγκριτικός βαθμός
messier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His bedroom was messy, with clothes strewn across the floor and books piled haphazardly on the desk.
Το υπνοδωμάτιό του ήταν ακατάστατο, με ρούχα σκορπισμένα στο πάτωμα και βιβλία σωρευμένα αδέξια στο γραφείο.
02
δραματικός, καταλαλιάς
drama-prone, gossiping, or habitually involved in conflicts or trouble
αργκό
Παραδείγματα
She's always in someone's business; messy af.
Πάντα ανακατεύεται στις υποθέσεις των άλλων· μπερδεμένη τρομερά.
Λεξικό Δέντρο
messily
messiness
messy
mess



























