Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
messy
01
ακατάστατος, ανοργάνωτος
lacking orderliness or cleanliness
Παραδείγματα
The construction site was messy, with piles of debris and equipment scattered around.
Ο εργοτάξιος ήταν ακατάστατος, με σωρούς ερείπιων και εξοπλισμό σκορπισμένα παντού.
02
δραματικός, καταλαλιάς
drama-prone, gossiping, or habitually involved in conflicts or trouble
Παραδείγματα
Do n't get involved with her; she 's messy.
Μην ασχολείσαι μαζί της· είναι δραματική.
Λεξικό Δέντρο
messily
messiness
messy
mess



























