messy
me
ˈmɛ
me
ssy
si
si
mossymussymissy

Ορισμός και σημασία του "messy"στα αγγλικά

01

ακατάστατος, ανοργάνωτος

lacking orderliness or cleanliness 
messy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
messiest
συγκριτικός βαθμός
messier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His bedroom was messy, with clothes strewn across the floor and books piled haphazardly on the desk. 

Το υπνοδωμάτιό του ήταν ακατάστατο, με ρούχα σκορπισμένα στο πάτωμα και βιβλία σωρευμένα αδέξια στο γραφείο.

02

δραματικός, καταλαλιάς

drama-prone, gossiping, or habitually involved in conflicts or trouble 
αργκό
Παραδείγματα
She's always in someone's business; messy af. 

Πάντα ανακατεύεται στις υποθέσεις των άλλων· μπερδεμένη τρομερά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store