metabolic
me
ˌmɛ
me
ta
bo
ˈbɒ
bo
lic
lɪk
lik
metallic

Ορισμός και σημασία του "metabolic"στα αγγλικά

01

μεταβολικός

relating to the chemical processes that occur within a living organism to maintain life 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, health, chemistry
Παραδείγματα
Exercise increases metabolic rate, leading to more efficient calorie burning. 

Η άσκηση αυξάνει τον μεταβολικό ρυθμό, οδηγώντας σε πιο αποτελεσματική καύση θερμίδων.

02

μεταβολικός, που υφίσταται μεταμόρφωση

undergoing metamorphosis 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

metabolic
metabol
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store