mesomorph
me
ˈmɛ
me
so
səʊ
sew
morph
ˌmɔ:f
mawf

Ορισμός και σημασία του "mesomorph"στα αγγλικά

01

μεσομορφικός, άτομο με φυσικά μυώδες σωματότυπο

(physiology) an individual with a naturally muscular body type 
mesomorph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mesomorphs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store