merman
mer
ˈmɜ:
mē
man
mən
mēn
Mormon

Ορισμός και σημασία του "merman"στα αγγλικά

01

άνθρωπος ψάρι, τρίτων

a mythological creature that is half-man and half-fish, and is usually depicted as having a human upper body and a fish-like tail instead of legs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mermen
αρσενικό ενικό
merman
θηλυκό ενικό
mermaid
neutral form
merperson
02

Αμερικανός τραγουδιστής που εμφανίστηκε σε πολλές μουσικές κωμωδίες (1909-1984), Αμερικανός μουσικός καλλιτέχνης γνωστός για τους ρόλους του σε μουσικές κωμωδίες (1909-1984)

United States singer who appeared in several musical comedies (1909-1984) 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store