meritocracy
Pronunciation
/mɛɹɪˈtɔkɹəsi/

Ορισμός και σημασία του "meritocracy"στα αγγλικά

01

αξιοκρατία, σύστημα αξιοκρατίας

a societal system where success is determined by individual skill and ability rather than factors like wealth or social status
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meritocracies
Παραδείγματα
Meritocracy suggests anyone can achieve success.
Η αξιοκρατία υποδηλώνει ότι ο καθένας μπορεί να επιτύχει.
02

αξιοκρατία, αξιοκρατική ελίτ

the group of people who attain positions of authority or influence in a ability-based system
Παραδείγματα
Policies favored those already in the meritocracy, widening gaps.
Οι πολιτικές ευνοούσαν όσους βρίσκονταν ήδη στην αξιοκρατία, διευρύνοντας τα κενά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store