Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meritocracy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
meritocracies
Παραδείγματα
Meritocracy rewards hard work over family connections.
Η αξιοκρατία ανταμείβει τη σκληρή δουλειά έναντι των οικογενειακών συνδέσεων.
02
αξιοκρατία, αξιοκρατική ελίτ
the group of people who attain positions of authority or influence in a ability-based system
Παραδείγματα
The nation's leaders were largely drawn from the meritocracy.
Οι ηγέτες του έθνους προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από την αξιοκρατία.
LanGeek



























