to merge
merge
mɜ:ʤ
mēj

Ορισμός και σημασία του "merge"στα αγγλικά

to merge
01

συγχωνεύω, ενώνω

to combine and create one whole 
Intransitive
to merge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
merge
γ΄ ενικό πρόσωπο
merges
ενεστώτα μετοχή
merging
απλός αόριστος
merged
παθητική μετοχή
merged
Παραδείγματα
The two companies decided to merge, forming a larger and more competitive organization. 

Οι δύο εταιρείες αποφάσισαν να συγχωνευθούν, σχηματίζοντας μια μεγαλύτερη και πιο ανταγωνιστική οργάνωση.

1.1

συγχωνεύω, ενώνω

to combine things to create a single whole 
Transitive: to merge sth
Παραδείγματα
The CEO's decision to merge the two departments resulted in improved efficiency and communication. 

Η απόφαση του CEO να συγχωνεύσει τα δύο τμήματα οδήγησε σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της επικοινωνίας.

02

συγχωνεύω, ενώνω

to combine different elements or components 
Transitive: to merge multiple elements or components
Παραδείγματα
The artists are currently merging their unique styles to create a collaborative masterpiece. 

Οι καλλιτέχνες συνδυάζουν αυτήν τη στιγμή τα μοναδικά τους στυλ για να δημιουργήσουν ένα συνεργατικό αριστούργημα.

01

συγχώνευση, ένωση

the point where two or more roads or lanes come together and traffic must combine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
merges
Παραδείγματα
Drivers should use caution when approaching the highway merge to avoid accidents. 

Οι οδηγοί πρέπει να χρησιμοποιούν προσοχή όταν πλησιάζουν τη συγχώνευση της εθνικής οδού για να αποφύγουν ατυχήματα.

Λεξικό Δέντρο

merged
merging
merging
merge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store