Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merciful
01
ελεήμων, φιλάνθρωπος
showing kindness, forgiveness, or compassion toward others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most merciful
συγκριτικός βαθμός
more merciful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She prayed for a merciful outcome for the victims.
Προσευχήθηκε για ένα ελεήμονα αποτέλεσμα για τα θύματα.
02
ελεήμων, επιεικής
performing mild exercises to prepare for some more strenuous activity
03
ελεήμων, φιλάνθρωπος
(used conventionally of royalty and high nobility) gracious
Λεξικό Δέντρο
mercifully
mercifulness
unmerciful
merciful
mercy



























