Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Merchantman
01
εμπορικό πλοίο, εμπορικό σκάφος
a ship designed and used for transporting merchandise or commercial goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
merchantmen
Παραδείγματα
The captain of the merchantman was skilled in navigating dangerous trade routes.
Ο καπετάνιος του εμπορικού πλοίου ήταν επιδέξιος στην πλοήγηση επικίνδυνων εμπορικών διαδρομών.
Λεξικό Δέντρο
merchantman
merchant
man



























