merchantman
mer
ˈmɜ:
μερ
chant
ʧənt
τσαντ
man
mæn
μαιν

Ορισμός και σημασία του "merchantman"στα αγγλικά

01

εμπορικό πλοίο, εμπορικό σκάφος

a ship designed and used for transporting merchandise or commercial goods 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
merchantmen
Παραδείγματα
The merchantman sailed into port, its hull filled with valuable spices and textiles. 

Το εμπορικό πλοίο έπλευσε στο λιμάνι, με το κύτος του γεμάτο πολύτιμα μπαχαρικά και υφάσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

merchantman

merchant

+

man

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store