Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mentally
01
διανοητικά, πνευματικά
regarding one's mind, mental capacities, or aspects of mental well-being
Παραδείγματα
The illness impacted him mentally, causing difficulties in memory and concentration.
Η ασθένεια τον επηρέασε ψυχικά, προκαλώντας δυσκολίες στη μνήμη και τη συγκέντρωση.
Λεξικό Δέντρο
mentally
mental



























