mental health
men
ˈmɛn
men
tal
təl
tēl
health
hɛlθ
helth

Ορισμός και σημασία του "mental health"στα αγγλικά

01

ψυχική υγεία, ψυχική ευεξία

the well-being of a person's mind 
mental health definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
They discussed strategies for improving mental health, such as mindfulness and regular exercise. 

Συζήτησαν στρατηγικές για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας, όπως η ενσυνειδητότητα και η τακτική άσκηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store