mental health
men
ˈmɛn
μεν
tal
təl
ταλ
health
hɛlθ
χελθ
/mˈɛntəl hˈɛlθ/

Ορισμός και σημασία του "mental health"στα αγγλικά

01

ψυχική υγεία, ψυχική ευεξία

the well-being of a person's mind
Παραδείγματα
He attended therapy sessions to address his mental health concerns and improve his well-being.
Παρακολούθησε συνεδρίες θεραπείας για να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες του για την ψυχική υγεία και να βελτιώσει την ευημερία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store