menial
me
ˈmi:
mi
nial
niəl
niēl
mentalmedialmesialmensal

Ορισμός και σημασία του "menial"στα αγγλικά

01

ταπεινός, υποδεέστερος

(of work) not requiring special skills, often considered unimportant and poorly paid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most menial
συγκριτικός βαθμός
more menial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She took a menial job to support herself during college. 

Πήρε μια χαμηλόμισθη δουλειά για να στηρίξει τον εαυτό της κατά τη διάρκεια του κολεγίου.

01

υπηρέτης, οικιακός βοηθός

a person employed to perform low-status or domestic tasks, especially one who works as a servant in a household 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
menials
Παραδείγματα
The menial scrubbed the floors from dawn until dusk. 

Ο υπηρέτης τρίβει τα πατώματα από την αυγή έως το σούρουπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store