Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
menial
01
ταπεινός, υποδεέστερος
(of work) not requiring special skills, often considered unimportant and poorly paid
Παραδείγματα
The company hires temporary workers for menial tasks like filing and data entry.
Η εταιρεία προσλαμβάνει προσωρινούς εργαζόμενους για απλές εργασίες όπως η αρχειοθέτηση και η εισαγωγή δεδομένων.
Menial
01
υπηρέτης, οικιακός βοηθός
a person employed to perform low-status or domestic tasks, especially one who works as a servant in a household
Παραδείγματα
The menial was tasked with cleaning the stables and polishing boots.
Ο υπηρέτης είχε ανατεθεί να καθαρίσει τις στάβλους και να γυαλίσει τις μπότες.
Λεξικό Δέντρο
menially
menial



























