Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Menage a trois
01
μενάζ α τρουά
household for three; an arrangement where a married couple and a lover of one of them live together while sharing sexual relations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ménages à trois



























