Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to memorize
01
απομνημονεύω, μαθαίνω απ'έξω
to repeat something until it is kept in one's memory
Transitive: to memorize a piece of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
memorize
γ΄ ενικό πρόσωπο
memorizes
ενεστώτα μετοχή
memorizing
απλός αόριστος
memorized
παθητική μετοχή
memorized
Παραδείγματα
Musicians practice to memorize sheet music for a flawless performance.
Οι μουσικοί εξασκούνται για να απομνημονεύσουν το παρτιτούρα για μια άψογη παράσταση.
Λεξικό Δέντρο
memorizer
memorize
memor



























