melted
Pronunciation
/ˈmɛɫtəd/, /ˈmɛɫtɪd/

Ορισμός και σημασία του "melted"στα αγγλικά

01

λιωμένος, υγροποιημένος

changed into a liquid state as a result of being heated
melted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most melted
συγκριτικός βαθμός
more melted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The melted wax filled the room with a pleasant scent.
Το λιωμένο κερί γέμισε το δωμάτιο με μια ευχάριστη μυρωδιά.

Λεξικό Δέντρο

unmelted
melted
melt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store