Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Melee
01
μία μάχη, μία συμπλοκή
a fight that is noisy, confusing, and involves many people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
melees
Παραδείγματα
The concert turned chaotic when a melee broke out among the crowd.
Η συναυλία έγινε χαοτική όταν ξέσπασε μια συμπλοκή ανάμεσα στο πλήθος.
02
σύγχυση, αναστάτωση
a chaotic gathering of people or things, marked by confusion and commotion
Παραδείγματα
As the concert ended, the crowd surged forward, creating a melee of bodies and limbs.
Καθώς το κοντσέρτο τελείωσε, το πλήθος κινήθηκε προς τα εμπρός, δημιουργώντας ένα χάος από σώματα και άκρα.



























