Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Melanocyte
01
μελανοκύτταρο, χρωματοφόρο κύτταρο
a skin cell responsible for producing melanin, the pigment that determines skin, hair, and eye color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
melanocytes



























