megrims
meg
ˈmi:g
mig
rims
rɪmz
rimz

Ορισμός και σημασία του "megrims"στα αγγλικά

01

μελαγχολία, κατήφεια

a state of depression, low spirits, or melancholic mood 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
megrims
Παραδείγματα
After hearing the disappointing news, he fell into a deep case of megrims. 

Αφού άκουσε τα απογοητευτικά νέα, έπεσε σε μια βαθιά περίπτωση μελαγχολίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store