to assoil
Pronunciation
/ɐsˈɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "assoil"στα αγγλικά

to assoil
01

αθωώνω, αποφαίνομαι αθώος

pronounce not guilty of criminal charges
to assoil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
assoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
assoils
ενεστώτα μετοχή
assoiling
απλός αόριστος
assoiled
παθητική μετοχή
assoiled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store