Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to assoil
01
αθωώνω, αποφαίνομαι αθώος
pronounce not guilty of criminal charges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
assoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
assoils
ενεστώτα μετοχή
assoiling
απλός αόριστος
assoiled
παθητική μετοχή
assoiled



























