Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Measuring cup
01
μεζούρα, ποτήρι μέτρησης
a container with numbers on it for measuring the quantity of something when cooking, used mainly in the US
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
measuring cups



























