assiduity
a
ˌæ
αι
ssi
σι
dui
ˈdju:ɪ
ντγουι
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "assiduity"στα αγγλικά

01

επιμέλεια, επιμονή

great and constant diligence and attention 
assiduity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

assiduity
assidu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store