Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assiduity
01
επιμέλεια, επιμονή
great and constant diligence and attention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
assiduity
assidu
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιμέλεια, επιμονή
Λεξικό Δέντρο