asset
a
ˈæ
ā
sset
sɛt
set
assertassent

Ορισμός και σημασία του "asset"στα αγγλικά

01

περιουσιακό στοιχείο, πολύτιμος πόρος

a valuable resource or quality owned by an individual, organization, or entity, typically with economic value and the potential to provide future benefits 
asset definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assets
Παραδείγματα
Real estate is considered a valuable asset due to its potential for long-term appreciation and rental income. 

Τα ακίνητα θεωρούνται πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο λόγω των δυνατοτήτων τους για μακροπρόθεσμη ανατίμηση και εισόδημα από ενοίκια.

02

περιουσιακό στοιχείο, πλεονέκτημα

something valuable or useful that helps achieve success 
Παραδείγματα
Her creativity is a real asset to the team. 

Η δημιουργικότητά της είναι ένα πραγματικό πλεονέκτημα για την ομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store