mattress
mat
mæt
μαιτ
tress
tres
τρεσ
/ˈmætrəs/

Ορισμός και σημασία του "mattress"στα αγγλικά

01

στρώμα, κρεβάτι

the part of a bed made of soft material on which a person sleeps
mattress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mattresses
Παραδείγματα
He prefers a firm mattress because it helps support his back.
Προτιμά ένα σκληρό στρώμα γιατί βοηθάει στη στήριξη της πλάτης του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store