Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matter-of-fact
01
πρακτικός, άμεσος
presenting information in a straightforward, unemotional, and practical manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most matter-of-fact
συγκριτικός βαθμός
more matter-of-fact
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He gave a matter-of-fact explanation of the procedure, focusing solely on the necessary steps.
Έδωσε μια πραγματιστική εξήγηση της διαδικασίας, εστιάζοντας αποκλειστικά στα απαραίτητα βήματα.
02
προσαϊκός, πρακτικός
not fanciful or imaginative



























