matriarchy
mat
ˈmeɪt
meit
riar
riɑ:
riaa
chy
ki
ki
patriarchy

Ορισμός και σημασία του "matriarchy"στα αγγλικά

01

μητριαρχία, μητριαρχική κοινωνία

a society where women have primary authority and leadership roles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
matriarchies
Παραδείγματα
In matriarchy, women lead families and communities. 

Στο μητριαρχείο, οι γυναίκες ηγούνται οικογενειών και κοινοτήτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store