mates
mates
meɪts
μειτσ
/mˈe‍ɪts/

Ορισμός και σημασία του "mates"στα αγγλικά

01

σύντροφοι, συγκάτοικοι

a pair of people who live together
mates definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store