Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Matchet
01
ματσέτα, μεγάλο μαχαίρι
a large heavy knife used in Central and South America as a weapon or for cutting vegetation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matchets



























