Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Matador
01
ματαδόρ, ταυρομάχος
the principal bullfighter who is appointed to make the final passes and kill the bull
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matadors



























