Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Masseur
01
μασέρ
a male professional who provides therapeutic massage to promote relaxation and alleviate muscle tension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masseurs



























