masseur
Pronunciation
/mæsˈʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "masseur"στα αγγλικά

01

μασέρ

a male professional who provides therapeutic massage to promote relaxation and alleviate muscle tension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masseurs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store