mass-produced
mass
mɑ:sprədju:st
μασπραντγουστ
produced

Ορισμός και σημασία του "mass-produced"στα αγγλικά

mass-produced
01

μαζικής παραγωγής, κατασκευασμένο με τυποποιημένες διαδικασίες

made in large quantities using standardized processes, typically in factories 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mass-produced
συγκριτικός βαθμός
more mass-produced
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
manufacturing, economics, industry
Παραδείγματα
The store sells mass-produced furniture at affordable prices. 

Το κατάστημα πουλά έπιπλα μαζικής παραγωγής σε προσιτές τιμές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store