to massacre
mass
mæs
mās
acr
eɪk
eik
e
ə
ē

Ορισμός και σημασία του "massacre"στα αγγλικά

to massacre
01

σφαγιάζω, εξοντώνω

to brutally kill a large number of people 
Transitive: to massacre a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
massacre
γ΄ ενικό πρόσωπο
massacres
ενεστώτα μετοχή
massacring
απλός αόριστος
massacred
παθητική μετοχή
massacred
Παραδείγματα
The invading army sought to massacre the entire village population. 

Ο εισβολικός στρατός επιδίωξε να σφαγιάσει ολόκληρο τον πληθυσμό του χωριού.

01

σφαγή, καταστροφή

the savage and excessive killing of many people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
massacres
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store