massacre
mass
mæs
μαισ
acre
eɪkɜr
εικερρ
/mˈæsəkɐ/

Ορισμός και σημασία του "massacre"στα αγγλικά

to massacre
01

σφαγιάζω, εξοντώνω

to brutally kill a large number of people
Transitive: to massacre a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
massacre
γ΄ ενικό πρόσωπο
massacres
ενεστώτα μετοχή
massacring
απλός αόριστος
massacred
παθητική μετοχή
massacred
Παραδείγματα
The conquerors ruthlessly massacred those who resisted their invasion.
Οι κατακτητές σφάγιασαν ανηλεώς όσους αντιστάθηκαν στην εισβολή τους.
01

σφαγή, καταστροφή

the savage and excessive killing of many people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
massacres
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store