Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mass-produce
01
παράγω μαζικά, κατασκευάζω σειριακά
to manufacture large quantities of goods or products using standardized methods and machinery
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mass-produce
γ΄ ενικό πρόσωπο
mass-produces
ενεστώτα μετοχή
mass-producing
απλός αόριστος
mass-produced
παθητική μετοχή
mass-produced
Παραδείγματα
The technology company aims to mass-produce its innovative gadgets to reach a broader market.
Η τεχνολογική εταιρεία στοχεύει στην μαζική παραγωγή των καινοτόμων gadget της για να φτάσει σε μια ευρύτερη αγορά.



























