Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to masquerade
01
μεταμφιέζομαι, προσποιούμαι
to disguise or pretend to be someone or something else, often by wearing a mask or adopting a false identity
Intransitive: to masquerade as sb
Παραδείγματα
The con artist skillfully masqueraded as a charity worker to gain the trust of potential victims.
Ο απατεώνας επιδέξια μασκαρευόταν ως εργαζόμενος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα για να κερδίσει την εμπιστοσύνη πιθανών θυμάτων.
02
μεταμφιέζομαι, μασκαρεύομαι
to engage in a form of entertainment involving the wearing of costumes and masks
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
masquerade
γ΄ ενικό πρόσωπο
masquerades
ενεστώτα μετοχή
masquerading
απλός αόριστος
masqueraded
παθητική μετοχή
masqueraded
Παραδείγματα
The fundraising gala had a mysterious theme, prompting attendees to masquerade in elegant and enigmatic costumes.
Η γκαλά συγκέντρωσης κεφαλαίων είχε ένα μυστηριώδες θέμα, προτρέποντας τους παρευρισκόμενους να μασκαρευτούν με κομψές και αινιγματικές στολές.
Masquerade
01
μασκαράτα, χορός μασκέ
a special outfit with a mask that people wear to a party in order not to be recognized by others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masquerades
Παραδείγματα
The mysterious stranger in the silver masquerade mask captured everyone ’s attention.
Ο μυστηριώδης ξένος με την ασημένια μάσκα μασκαράς τράβηξε την προσοχή όλων.
02
μασκαρέ, χορός με μάσκες
a social gathering or party where guests wear costumes and masks
Παραδείγματα
The masquerade included music, dancing, and games.
Η μασκαρέτα περιλάμβανε μουσική, χορό και παιχνίδια.



























